γραμματικός


γραμματικός
[грамматикос] εκ. грамматический,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γραμματικός" в других словарях:

  • γραμματικός — knowing one s letters masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραμματικός — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 80 μ., 28 κάτ.) του νομού Ηλείας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ωλένης. * * * ή, ό (AM γραμματικός, ή, όν) Ι. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στα γράμματα ή στη γραμματική («γραμματικοί κανόνες», «γραμματικές παρατηρήσεις»,… …   Dictionary of Greek

  • γραμματικός — ή, ό 1. αυτός που έχει σχέση με τη γραμματική: Γραμματικοί κανόνες. 2. ως ουσ., γραμματικός αυτός που ασχολείται με τα γράμματα και τα μνημεία του πνεύματος: Αρκετοί γραμματικοί της αρχαιότητας άφησαν σημαντικά συγγράμματα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Γραμματικός, Αθανάσιος — (18ος αι.).Εθνικός αγωνιστής. Ο Γ. καταγόταν από τη Μουσουνίτσα της Παρνασσίδας και αρχικά αγωνίστηκε στο σώμα του αρματολού Κωνσταντάρα. Όταν πέθανε ο τελευταίος, συγκρότησε δικό του σώμα που έδρασε κυρίως στην Παρνασσίδα και στη Δωρίδα. Λέγεται …   Dictionary of Greek

  • Γραμματικός, Νίκος — (Σαλαμίνα 1963 –).Σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Από τους πιο παραγωγικούς δημιουργούς της γενιάς του, ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 με τα μικρού μήκους φιλμ Μακρόθεν και Επικίνδυνη Ζώνη (1987 και 1988, αντίστοιχα) για να συνεχίσει με… …   Dictionary of Greek

  • Σάξων ο Γραμματικός — (Saxo Gramma licus). Δανός ιστορικός (; 1150 περίπου ; μετά το 1216). Εκκλησιαστικός στην υπηρεσία του επίσκοπου Άμπσαλον, επιφορτίστηκε απ’ αυτόν να γράψει μια ιστορία της Δανίας. Η Ιστορία των Δανών (Gesta Danorum) είναι γραμμένη σε μια πομπώδη …   Dictionary of Greek

  • γραμματικά — γραμματικός knowing one s letters neut nom/voc/acc pl γραμματικά̱ , γραμματικός knowing one s letters fem nom/voc/acc dual γραμματικά̱ , γραμματικός knowing one s letters fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραμματικώτερον — γραμματικός knowing one s letters adverbial comp γραμματικός knowing one s letters masc acc comp sg γραμματικός knowing one s letters neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραμματικωτάτω — γραμματικός knowing one s letters masc/neut nom/voc/acc superl dual γραμματικός knowing one s letters masc/neut gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραμματικῶν — γραμματικός knowing one s letters fem gen pl γραμματικός knowing one s letters masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)